Sidor som bilder
PDF
ePub

ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ.

Canones Sanctorum Apostolorum.

[Cot. Κανόνες εκκλησιαστικοί των αυτών αγίων Αποστόλων. Canones Ecclesiastici eorundem sanctorum Apostolorum.]

1. 'Επίσκοπος χειροτονείσθω υπό επισκόπων δύο ή τριών. Episcopus a duobus aut tribus Episcopis ordinetur. Let a Bishop be ordained by one or two Bishops.

2. Πρεσβύτερος υπό ενός επισκόπου χειροτονείσθω, και διάκονος και οι λοιποι κληρικοι.

Presbyter ab uno episcopo ordinctur, et diaconus et reliqui clerici.

Let an Elder and a Deacon and the rest of the Clergy be ordained by one Bishop.

3. Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος παρά την του Κυρίου διάταξιν την επί τη θυσία προσενέγκη έτερά τινα επί το θυσιαστήριον ή μέλι ή γάλα ή αντί οίνου σίκερα επιτηδευτά ή όρνεις ή ζώα τινα ή όσπρια παρά την διάταξιν, καθαιρείσθω, πλήν νεών" χίδρων ή σταφυλής τω καιρώ τα δέοντι.

[1. υπό Cot.---2. το του θεού Cot.–3. σίκερά τινα, marg. ed. 2.4. ώς παρά την διάταξιν Κυρίου ποιών καθαιρείσθω, marg. ed. 2.-5. πυρών, marg. ed. 2.-6. Cot. ή όσπρια παρά την διάταξιν καθαιρείσθω, τη καιρώ τω δέοντι πλήν νέων χίδρων ή στάχυας σίτου ή σταφυλής.]

Si quis Episcopus aut Presbyter præter ordinationem Domini, alia quædam in sacrificio super altare, id est, aut mel aut lac aut pro vino, siceram, et confecta quædam, aut volatilia aut animalia aliqua aut legumina, contra constitutionem Domini faciens, congruo tempore deponatur. .

If any Bishop or Elder shall, contrary to the ordonnance of God, relating to sacrifice (the Lord's Supper) 'offer any thing at the altar,

[blocks in formation]

either lioney, milk, or, instead of wine, sicera (a strong drink) concocted, or birds, or any animals, or vegetables, except ears of young corn, or grapes, let him, at a fitting time, be removed or deposed.

4. Μη εξόν δε' έστω προσάγεσθαι τι έτερον προς το θυσιαστήριον, ή έλαιον εις την λυχνίαν και θυμίαμα τω καιρώ της αγίας προσφοράς.

[1. Cot. εξόν έστω.-2. Cot. τι προς.–3. Cot. και έλαιον εις την αγίαν λυχνίαν.-4. Cot. της θείας αναφοράς.]

Offerri non liceat aliquid ad altare præter novas spicas et uvas, et oleum ad luminaria et thymiama, id est, incensum, tempore quo sancta celebratur oblatio.

Nor let it be lawful to bring any other thing to the altar, except oil for the lamps, and inceuse, at the time of the holy offering.

5. “Η άλλη πάσα οπώρα εις οίκον αποστελλέσθω, απαρχή το επισκόπο και τοίς πρεσβυτέροις, αλλά μη προς το θυσιαστήριον» δήλον δε ώς ο επίσκοπος και οι πρεσβύτεροι επιμερίζουσι τοίς διακόνους και τους λοιπούς κληρικούς.

[1. Cot. ή δε άλλη.]

Reliqua poma omnia ad domum primitiæ Episcopo et Presbyteris dirigantur, nec offerantur in altari. Certum est autem quod Episcopus et Presbyteri dividant et Diaconis et reliquis Clericis.

Let all the other produce be carried home, as the first fruits for the Bishop and Elders, and not to the altar; for it is clear that the Bishop and Elders will give a share to the Deacons and other Clergy.

N.B.-2, 3, 4, 5, are united into one in Cot.

6. 'Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος τον εαυτού γυναίκα μή εκ βαλλέτω προφάσει ευλαβείας: εάν δε εκβάλη, αφοριζέσθω επιμένων δε, καθαιρείσθω.

Episcopus aut Presbyter uxorem propriam nequaquam sub obtentu religionis abjiciat ; si vero rejecerit, excommunicetur; sed vi persevevaverit, dejiciatur.

Let not a Bishop or Elder or Deacon put away his wife on the plea of religion; and if he does put her away, let him be excommunicated; and if he still persists in so doing, let hun be deposed.

7. 'Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος κοσμικής φροντίδας μη αναλαμβανέτω'· ει δε μή, καθαιρείσθω.

[1. Cot. αναλαμβανέσθω.-2. μή γε.)

Episcopus alit Presbyter nequaquam sæculares curas adsumat; sin ililer, dejiciaille,

Let not a Bishop ou Eller undertahe worldly callings; or if he does, les luim be depose(.

8. Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος την αγίαν του πάσχα ημέραν προ ης εαρινής ισημερίας μετα Ιουδαίων επιτελέσει, καθαιρείσθω.

[ι. Cot. επιτελέση.]

Si quis Episcopis aut Prislyter, :: Diaconus sancium Paschæ di m ante venale æquinocuum cum Judais celebraverit, abjicialur.

If any Bishop, Elier or Deacon celebrates with Jews the holy day of ihe Passiver before Ilie vernal equinox, let him be deposed.

3

9 Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή εκ του καταλόγου του ιερατικού, προσφοράς γενομένης μη μεταλάβοι, την αιτιαν ειπάτω" και, εαι:

! εύλογος, συγγνώμης τυγχανέτω ει δε μη λέγη, αφοριζέσθω, ώς αίτιος βλάβης γενόμενος' τω λαώ και υπόνοιαν έμποιήσας κατά του προσενέγκαντος.

[I. Cof. γενηθείς.-2. ποιήσας, marg. ed. 2.-3. Cot. add. ώς μη υγιώς ανενέγκοντος.]

Τα 5 s Episcopus ille Prebitiran Diaconus, vel quilibet ex sacerdotali citalopr, facta ubialione, non communicaverit, aut Causam dicat, nt, si rationabilis fum:it venu consequatur; aut, si non dixerit, communione prretill, tanquain qui populo caussa læsionis exstiterit, dans suspicionem de eo, qui sacrificavii, quod recle non obtulerit.

If any Bishop or Elder or Deacon or person belonging to the order of Priesthood, shall not communicate, when an offering is made, let him assign an excuse; and if it be a valid one, let him meet with par

1

don; but if he cannot assign one, let him be excommunicated, as being a cause of offence to the laity, and giving rise to a suspicion, unfavourable towards the party making the offering.

10. Πάντας τους εισιόντας πιστούς και των γραφών ακούοντας, μή παραμένοντας δε τη προσευχή και τη αγία μεταλήψει, ως αταξίαν έμποιούντας της εκκλησίας, αφορίζεσθαι χρή.

[1. Cot. πιστούς εις την αγίαν Θεού εκκλησίας και των ιερών γραφών ακούοντας. - 2. Cot. ώς αν αταξίαν.-3. τη εκκλησία, marg. ed. 2, Cot.

Omnes fideles, qui ingrediuntur in Ecclesiam, et Scripturas audiunt, non autem perseverant in oratioite, nec sanctam coinmunionem percipiunt, velut inquietudines Ecclesiæ commoventes, convenit communione privari.

All believers, who enter (a Church) and hear the Scriptures read, but do not remain for the Prayers and the Holy Communion, ought to be excommunicated, as persons who are introducing indiscipline into the Church.

11.
Εί τις άκοινωνήτη κάν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω.
Γι. Cot. και αυτός.]

Si quis cum excommunicato saltem in domo simul oraverit, iste communione privetur.

If any one shall pray with an excommunicated person, even at his house, let hiin be excommunicated.

12. Εί τις καθηρημένη κληρικός ών ως κληρική συνεύξηται καθαιρείσθω και αυτός.

[1. marg. ed. 2. κληρικώ ως κληρικώ.]

Si quis cum damnato Clerico, veluti cum Clerico, simul oraverit, iste damnetur.

If any Clergyman prays with another Clergyman, who has been ejected, as if he were

stili a Clergyman, let him too be ejected.

13. Εί τις κληρικός ή λαικός άφωρισμένος ήτοι άδεκτος, απελθών εν ετέρα πόλει δεχθή άνευ γραμμάτων συστατικών αφοριζέσθω και ο δεξάμενος και ο δεχθείς ει δε άφωρισμένος είη, επιτεινέσθω αυτώ ο αφορισμός, ως ψευσαμένη και απατήσαντι την εκκλησίας του θεού.

[1. Cot. αφοριζέσθωσαν οι δεξάμενοι.-2. Cot. ή.–3. marg. ed. 2. ως -θεού are wanting in another MS.]

Si quis Clericus aut Laicus a communione suspensus seu communicans, ad aliam properet civitatem, et suscipiatur præter commendaticias litteras, et qui susceperunt et qui susceptus est communione priventur. Ex communicato vero proteletur ipsa correptio, tanquam qui mentitus sit et ecclesiam Dei seduxerit.

If any Clerk or Layman, excommunicated or suspended, shall depart to, and be received in, another city, without letters recommendatory, let both the party receiving and received be excommunicated; and if either be already under excommunication, let it be extended as against a person acting falsely to, and putting a deceit upon, the Church of God. .

14. Επίσκοπον μη εξείναι την εαυτού παροικίαν ετέρα έπιπηδάν, κάν υπό πλειόνων αναγκάζηται· ει μή τις εύλογος αιτία ή, και τούτο βιαζομένη ποιείν, ώς πλέον κέρδος δυναμένου αυτού τοίς εκείσε, λόγω ευσεβείας, συμβάλλεσθαι και τούτο δε ουκ άφ' εαντού, αλλά κρίσει πολλών επισκόπων και παρακλήσει μεγίστη.

[1. Cot. ποιήσαι ως πλείόν τι.]

Episcopo non licere alienam Parochiam, propriâ relictâ, pervadere, licet cogatur a plurimis; nisi forte quis eum rationabilis causa compellat, tanquam qui possit ibidem constitutis plus lucri conferre, et in causâ religionis aliquid profecto prospicere ; et hoc non a semetipso pertentet, sed multorum Episcoporum judicio et maximâ supplicatione perficiat.

Let it be not lawful for a Bishop to leave his own Parish (diocese] to enter upon another, even though he be urged by very many reasons; unless there be a valid cause compelling him to do so, in his being able to confer greater benefit upon

the
persons

there the ground of

on

« FöregåendeFortsätt »